Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Η Αγαπημένη σαλάτα του Κοντορεβιθούλη

       


          Στο μεγάλο γυάλινο βάζο, δίπλα από τη μπλε πλαστική σακούλα με τον ξινό τραχανά, μέσα στο τελευταίο προς  τα δεξιά ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού της οικογένειας Πατακανά,  ζούσε το πιο μικρό ρεβιθάκι του κόσμου! Τόσο αυτό όσο και τα εκατοντάδες άλλα αδελφάκια του που βρίσκονταν κι αυτά μέσα στο βάζο, ήταν βιολογικά, που σημαίνει ότι αναπτύχθηκαν χωρίς τη χρήση χημικών και φαρμάκων, αλλά μόνο με αγνό νεράκι.
Αυτό βεβαίως τα έκανε λίγο πιο ακριβά από τα άλλα ρεβίθια, γιατί χρειαζόντουσαν περισσότερο καιρό για να μεγαλώσουν, όμως πραγματικά άξιζε τον κόπο γιατί η γεύση τους ήταν υπέροχη!

      Τα ρεβιθάκια μας όμως ήταν πολύ στεναχωρημένα, γιατί όσο νόστιμα και υγιεινά κι αν ήταν, ο μικρός Πατακανάς, ο γιος δηλαδή του κυρίου και της κυρίας Πατακανά, δεν τα έτρωγε με τίποτα! Τι κι αν η κυρία Πατακανά δοκίμαζε να του τα μαγειρέψει σούπα, με ντοματούλα, ή και σε συνδυασμό με ρύζι, η απάντηση ήταν πάντα η ίδια «Μπλιάχ!!! Δεν τα θέλω! Δεν μου αρέσουν! Είναι απαίσια!».  Κι έτσι, η κυρία Πατακανά είχε σταματήσει πλέον τις προσπάθειες, και τα καημένα τα ρεβιθάκια μας, έμεναν κλεισμένα στο γυάλινο βάζο, κλαίγοντας την κακή τους τη μοίρα, γιατί ποιος άλλος είναι ο προορισμός των ρεβιθιών, και μάλιστα των βιολογικών ρεβιθιών, από το να μπούνε στην μικρή κοιλίτσα των παιδιών και να τη γεμίσουν με τη νοστιμιά τους και τα θρεπτικά τους συστατικά; 



-«Κανείς δεν μας θέλει εμάς!», έλεγαν κλαίγοντας με αναφιλητά.
-«Θα μείνουμε για πάντα κλεισμένοι εδώ μέσα!»
Ή θα μας μαγειρέψουν και θα μας πετάξουν στα σκουπίδια αντί να μας φάνε!, Εμάς που έχουμε τόσα πολλά να προσφέρουμε στα παιδάκια!»
-«Δεν έπρεπε να ζούμε σ’ αυτήν τη χώρα! Δεν υπάρχει καμία εκτίμηση στο είδος μας! Αντιθέτως σε μια μακρινή χώρα που λέγεται Λίβανος, έχω πληροφορηθεί ότι είμαστε η πρώτη τους προτεραιότητα και όλα τα παιδάκια μας αγαπούν και μας τρώνε!»
         Κι έτσι, περνούσαν οι μέρες και τα ρεβιθάκια όλο παραπονιόντουσαν. Και τίποτα δεν γινόταν, ούτε και άλλαζε με τα παράπονά τους, παρά μόνο η διάθεσή τους, που γινόταν όλο και χειρότερη. Το μικρό μας το ρεβιθάκι όμως, το μικρότερο απ’ όλα, δεν άντεξε πια αυτή την κατάσταση, αυτή την κλεισούρα δηλαδή κι αυτή τη γκρίνια, κι έτσι μια μέρα, πήρε τη μεγάλη απόφαση! Θα έφευγε από το βάζο κι από το ντουλάπι κι από την κουζίνα κρυφά, και θα πήγαινε στο δωμάτιο του μικρού Πατακανά για να προσπαθήσει να τον πείσει ο ίδιος, ότι αυτός και τα αδελφάκια του είναι πολύ νόστιμα και απαραίτητα για τον οργανισμό του!
-«Μα αυτό είναι τρέλα!», του είπαν με γουρλωμένα τα μάτια τους τα αδελφάκια του. «Δεν θα καταφέρεις ποτέ να φτάσεις στο δωμάτιο του μικρού Πατακανά! Θα σε μαζέψουν με τη σκούπα, ή θα σε φάει η γάτα ή κάποιο έντομο, ή θα σε πατήσουν η…»
-«Εδώ που φτάσαμε αδελφάκια μου, δεν έχουμε άλλη επιλογή! Πρέπει να το προσπαθήσω, αλλιώς θα μείνουμε για πάντα κλεισμένοι σ’ αυτό το βάζο!», είπε με αποφασιστικότητα το μικρό μας το ρεβιθάκι.



        Κι έτσι, όταν έκλεισαν τα φώτα της κουζίνας, το μικρό το ρεβιθάκι, αποχαιρέτησε τα αδελφάκια του και ξεκίνησε το μακρινό του ταξίδι. Σκαρφάλωσε στο βάζο και με τη βοήθεια των άλλων ρεβιθιών, βγήκε έξω και ξεκίνησε γρήγορα για τον προορισμό του: το δωμάτιο του μικρού Πατακανά! Όταν κατάφερε όμως να βγει από την κουζίνα, μια δυσάρεστη έκπληξη τον περίμενε! Η γάτα της οικογένειας Πατακανά, τον πήρε πρέφα, κι έτσι παιχνιδιάρα που ήταν ήθελε να παίξει μαζί του! Όμως, ένα μόλις χτύπημα της γάτας θα τον έκανε κομματάκια, κι έτσι θα πήγαινε στράφι και η ζωή του αλλά και η εξαιρετικά δύσκολη αποστολή που είχε αναλάβει! Ευτυχώς όμως, λίγο πριν η γάτα τον χτυπήσει με το πόδι της, το μικρό μας το ρεβιθάκι, άκουσε μια άγνωστη φωνή! «Γρήγορα, ανέβα στην πλάτη μου!». Ήταν ένα μυρμηγκάκι, που φαίνεται ότι βάλθηκε να βοηθήσει το μικρό μας το ρεβίθι! Κι έτσι το ρεβιθάκι ανέβηκε στην πλάτη του μυρμηγκιού και πριν τους προλάβει η γάτα χώθηκαν σε μια σκοτεινή τρύπα!
Σ’ ευχαριστώ πολύ», είπε ανακουφισμένο το ρεβιθάκι μας, στο μυρμήγκι.
Μα, είσαι τρελό;», ρώτησε το μυρμηγκάκι. «Τι δουλειά έχεις μόνο σου στη μέση του σπιτιού; Η γάτα των Πατακανέων είναι πολύ δυνατή! Έχει φάει πολλούς από μας στην προσπάθειά μας να βρούμε τροφή».
-«Τροφή; Δεν πιστεύω καλό μου μυρμηγκάκι να με έσωσες για να με φάτε παρέα με τους δικούς σου! Ααα όχι, καλό μου μυρμηγκάκι, άσε με να φύγω σε παρακαλώ γιατί έχω πολύ σοβαρή αποστολή!», είπε με θάρρος το μικρό ρεβίθι.
-«Μην ανησυχείς, και δεν το χα σκοπό… Δεν μου γεμίζεις και πολύ το μάτι είναι η αλήθεια, άσε που είδα κάτι ψυχουλάκια ψωμί, και τα λιγουρεύομαι πιο πολύ. Βέβαια, δεν πρέπει να σε δει κανένας άλλος, γιατί τα μυρμήγκια μαζεύουν ό,τι φαγώσιμο βρουν για τον χειμώνα.. Οπότε πρέπει να φύγουμε γρήγορα από δω!», είπε το μυρμηγκάκι.
-«Πάντως δεν ξέρεις τι χάνεις!», είπε θυμωμένα το ρεβιθάκι μας
-«Μήπως θέλεις να αλλάξω γνώμη και να σε πάω στον αρχηγό μου;»
-«Όχι, όχι! Βοήθησέ με να φτάσω στο δωμάτιο του μικρού», είπε με αποφασιστικότητα το ρεβιθάκι μας.



Κι έτσι, το μυρμηγκάκι πήρε πάλι στην πλάτη του το μικρό ρεβίθι και ακολουθώντας έναν μεγάλο λαβύρινθο και με προσοχή μη τους δει κανείς, έφτασαν στο δωμάτιο του μικρού Πατακανά.
-«Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας μικρό μου ρεβιθάκι. Ελπίζω να τα καταφέρεις στη δύσκολη αποστολή που ανέλαβες!», είπε το μυρμηγκάκι.
 -«Σ ευχαριστώ πολύ καλό μου μυρμήγκι! Να ξέρεις ότι δεν θα σε ξεχάσω ποτέ!».
        Κι έτσι το μικρό μας ρεβιθάκι, βγήκε από τη μικρή τρυπούλα του τοίχου, κι έφτασε δίπλα από το κρεβατάκι του μικρού Πατακανά. Όμως το φως ήταν ακόμη ανοιχτό, κι η κυρία Πατακανά, καθόταν στη μεγάλη κόκκινη πολυθρόνα, διαβάζοντας του ένα παραμύθι: «Ο Κοντορεβιθούλης συμβούλεψε τους γονείς του να προσέχουν τα αδέρφια του καθώς αυτός θα έφευγε και με την βοήθεια από τις μαγικές μπότες, με τις οποίες μπορούσε να κάνει τεράστιους πήδους, θα ξεκινούσε να βρει την τύχη του. Ταξίδεψε και έφτασε σε μακρινά μέρη και κάθε φορά που δεν του άρεσε κάπου πεταγόταν και προχωρούσε στον επόμενο προορισμό του. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να τον ακολουθήσει ούτε με τα πόδια ούτε με το άλογο και οι περιπέτειες του που έζησε με τις μπότες είναι τόσες πολλές που κανείς δεν μπορεί να τις περιγράψει Κι έζησε αυτός καλά, κι εμείς καλύτερα». Η κυρία Πατακανά διάβαζε το παραμύθι του Κοντορεβιθούλη!
           Μα βέβαια! Πώς δεν το είχε σκεφτεί τόσο καιρό! Ο πανούργος Κοντορεβιθούλης, ήταν το αγαπημένο παραμύθι του μικρού Πατακανά! Αυτός λοιπόν, που παρά το τόσο μικρό του μέγεθος, ήταν τόσο πολύ έξυπνος, αυτός θα βοηθούσε το ρεβιθάκι μας να πείσει τον μικρό Πατακανά, να φάει ρεβίθια! Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει, ήταν να καταφέρει να φτάσει στο κομοδίνο με το παραμύθι του Κοντορεβιθούλη, χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι.
            Τότε όμως, μπήκε μέσα στο παιδικό δωμάτιο και ο κύριος Πατακανάς.



-«Κοιμήθηκε;», ρώτησε την κυρία Πατακανά.
Ναι, του αρέσει τόσο πολύ αυτό το παραμύθι!», απάντησε χαμηλόφωνα η κυρία Πατακανά.
-«Ωραία, έλα να κοιμηθούμε κι εμείς τώρα. Κουράστηκες πολύ σήμερα».
-«Α, τι δουλειά έχει εδώ αυτό το ρεβίθι;», ρώτησε ξαφνικά η κυρία Πατακανά. «Μα αφού σήμερα έβαλα ηλεκτρική σκούπα! Κάτσε να το μαζέψω κι έρχομαι».
          Αυτό ήταν. Το μικρό μας το ρεβιθάκι έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ώστε αυτό ήταν λοιπόν; Έτσι άδοξα θα τελείωνε αυτή η επική, για τα δεδομένα των ρεβιθιών, περιπέτεια που είχε αναλάβει; Δεν θα γινόταν θρύλος; Τραγούδι; Ή έστω παραμύθι; Ευτυχώς όμως τη στιγμή που η κυρία Πατακανά, ήταν έτοιμη να μαζέψει το μικρό μας ρεβιθάκι και να το πετάξει στα σκουπίδια, ο κύριος Πατακανάς την αγκάλιασε τρυφερά και της είπε: «Έλα, άστο τώρα. Έχεις κουραστεί πολύ σήμερα. Πρέπει να κοιμηθείς. Το μαζεύουμε και αύριο.» Κι έτσι η κυρία Πατακανά χαμογέλασε, έκλεισε το φως και πήγε για ύπνο μαζί με τον άντρα της.
Το ρεβιθάκι φύσηξε ανακουφισμένο και ξεκίνησε να ανεβαίνει χαρούμενο στο κομοδίνο, που βρισκόταν το παραμύθι του Κοντορεβιθούλη. Όταν τελικά έφτασε, στάθηκε για λίγο να πάρει μια ανάσα από την απότομη ανηφόρα, και στη συνέχεια βάλθηκε να φωνάζει τον Κοντορεβιθούλη. Χρειάστηκε να τον φωνάξει αρκετές φορές, μέχρι που τελικά, ένα μικρό ανθρωπάκι στο μέγεθός του, με κάτι περίεργες μπότες, εμφανίστηκε μπροστά του αγουροξυπνημένο.
-«Ποιος είσαι; Τι θέλεις και με ξυπνάς;», ρώτησε ο Κοντορεβιθούλης.
-«Είμαι ένα μικρό ρεβιθάκι, και έρχομαι να ζητήσω τη βοήθειά σου. Εγώ και τα αδερφάκια μου, που είμαστε πρώτης τάξεως φαγητό για τα παιδιά, είμαστε κλεισμένα σ’ ένα γυάλινο βάζο στην κουζίνα, γιατί ο μικρός Πατακανάς δεν μας τρώει. Θα μπαγιατέψουμε από τη στεναχώρια μας, αν συνεχιστεί αυτό καλέ μου Κοντορεβιθούλη, γιατί εμάς το νόημα της ζωής μας είναι να δίνουμε στα παιδιά όλου του κόσμου γεύση και δύναμη. Εσύ, που είσαι τόσο έξυπνος, κάτι θα σκεφτείς για να κάνεις τον μικρό Πατακανά να μας φάει. Είσαι ο αγαπημένος του ήρωας παραμυθιού!», του απάντησε το μικρό μας ρεβιθάκι.
-«Μμμμ, ναι βεβαίως αυτό είναι σοβαρό. Το να μην τρώει δηλαδή ο μικρός Πατακανάς ρεβίθια. Και φυσικά και θα σας βοηθήσω, καλά μου ρεβιθάκια! Τώρα αμέσως θα ξυπνήσω τον μικρό Πατακανά και θα δεις ότι αύριο θα παρακαλάει την κυρία Πατακανά να σας μαγειρέψει!», είπε με σιγουριά ο Κοντορεβιθούλης.



         Μ’ένα σάλτο, προσγειώθηκε δίπλα από το αυτί του μικρού Πατακανά και άρχισε να του ψιθυρίζει γλυκά: «Ξύπνα μικρουλη! Σε περιμένει ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσεις ποτέ!». Κι ο μικρός Πατακανάς, βεβαίως ξύπνησε απορημένος, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι δίπλα του ήταν ο αγαπημένος του Κοντορεβιθούλης! Ώστε, δεν ήταν απλά ένας ήρωας παραμυθιού, αλλά υπήρχε και στην πραγματικότητα! Ώ τι απέραντη χαρά ένιωσε ο μικρός Πατακάνας! Και τότε ο Κοντορεβιθούλης του πρότεινε να βάλλει τις μαγικές του μπότες, που προσαρμόζονται σ’ όποιο πόδι τις φοράει και με τις οποίες, μπορούν να διανύσει ολόκληρα χιλιόμετρα, μόνο μ’ ένα πήδο! Ο μικρός Πατακανάς, δέχτηκε μετά χαράς, κι έτσι παίρνοντας στα χέρια του τον Κοντορεβιθούλη και το μικρό ρεβιθάκι, ταξίδεψαν μέσα σ’ ένα μόνο βράδυ σ’ ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο! Πέρασαν από μεγάλες λίμνες και ποταμούς, κοιλάδες και βουνά, είδαν περίεργα ζώα και πολύχρωμα φυτά και ανθρώπους τόσο διαφορετικούς από τους ίδιους, αλλά και τόσο καλούς κι ευγενικούς! Και τέλος, έφτασαν σε μια όμορφη Χώρα που λέγεται Λίβανος και μπήκαν στη μεγαλύτερη πόλη της που λέγεται Βηρυτός, και είναι τόσο ηλιόλουστη και λαμπερή, που νομίζεις ότι είναι φτιαγμένη από χρυσάφι, και που ακούγονται μελωδίες που είναι πιο γλυκές κι από το βραδινό τραγούδι των αηδονιών και που στους δρόμους της ευωδιάζουν τα αρώματα της κανέλας και του σανταλόξυλου. Κι εκεί, στην κεντρική πλατεία της πόλης, γινότανε γιορτή μεγάλη, κι ήταν στρωμένο με ένα πολύχρωμο κεντητό τραπεζομάντηλο, το πιο μεγάλο τραπέζι που είχαν αντικρίσει ποτέ τους ο Κοντορεβιθούλης, ο μικρός Πατακανάς και το ρεβιθάκι. Κι’ όλα τα φαγητά, ήταν τόσο όμορφα και μυρωδάτα, αν και τόσο διαφορετικά, που ο μικρός Πατακανάς, παρόλο που είχε φάει για βράδυ ξαναπείνασε.
-«Μα τι είναι όλα αυτά τα φαγητά;». ρώτησε με περιέργεια τον Κοντορεβιθούλη και το ρεβιθάκι. «Δεν τα έχω ξαναδεί ποτέ μου! Είναι νόστιμα άραγε;»
-«Βεβαίως και είναι νόστιμα, καλέ μου», του απάντησε ο Κοντορεβιθούλης. «Να δοκίμασε αυτή τη σαλάτα, είναι η αγαπημένη μου», και του έδειξε ένα μεγάλο μπολ, με ρεβίθια.
-«Μα αυτά είναι ρεβίθια! Και δεν μου αρέσουν καθόλου Κοντορεβιθούλη!», είπε ο μικρός Πατακανάς.
-«Μπορεί να είναι ρεβίθια, αλλά έχει μέσα και πορτοκάλι και μανιτάρια και πιπεριές και είναι η αγαπημένη μου σαλάτα, και ό,τι πιο νόστιμο έχεις ποτέ δοκιμάσει!», είπε με βεβαιότητα ο Κοντορεβιθούλης.
         Και τότε ο μικρός Πατακανάς, πήρε ένα κουτάλι και δοκίμασε την αγαπημένη σαλάτα του Κοντορεβιθούλη. Και του άρεσε τόσο πολύ, που τελικά την έφαγε όλη! Κι έτσι όταν γυρίσανε στο σπίτι, το μικρό μας το ρεβιθάκι ήταν σίγουρο ότι είχε πετύχει τη δύσκολη αποστολή του. Ευχαρίστησε τον Κοντορεβιθούλη και πήρε χαρούμενος το δρόμο της επιστροφής.
Την επόμενη μέρα, ο μικρός Πατακανάς, παρήγγειλε στην κυρία Πατακανά, να του φτιάξει ρεβίθια με πορτοκάλι, μανιτάρια και πιπεριές. Φανταστείτε την έκπληξή της, όταν έφαγε με ευχαρίστηση όλο του το πιάτο. Όταν τον ρώτησε, πώς και άλλαξε γνώμη για τα ρεβίθια, της είπε για την περιπέτειά του με τον Κοντορεβιθούλη.
-«Ίσως πρέπει να αρχίσω να του λέω και τη σταχτοπούτα, μπας και φάει και κολοκύθα», είπε στον κύριο Πατακανά, γελώντας, 


Δείτε και τη συνταγή: Ρεβιθοσαλάτα με πορτοκάλι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου