Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Το κέικ της σοκολατένιας γιγάντισσας με τα πορτοκαλοσκουλαρίκια




Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό γραφικό χωριουδάκι χτισμένο στην κοιλάδα του μεγάλου ποταμού Γκερν, στους πρόποδες του μεγάλου βουνού Ζαστ, ζούσε μια όμορφη και καλοσυνάτη κοπέλα που την έλεγαν Ίλκα. Η Ίλκα ζούσε μαζί με τον πατέρα της, που ήταν ο καλύτερος φούρναρης του χωριού και ζύμωνε τα πιο αφράτα και λαχταριστά ψωμάκια που είχαν ποτέ δοκιμάσει οι συγχωριανοί του! Αλλά και η Ίλκα δούλευε στο φούρνο, και μάλιστα έφτιαχνε τα πιο νόστιμα κέικ, που έκαναν μικρούς και μεγάλους να κάνουν ουρές έξω από τον φούρνο για να τα δοκιμάσουν! 
Με λίγα αυγά, διπλοκοσκινισμένο αλεύρι, λίγη ζάχαρη ή μέλι και διάφορους ξηρούς καρπούς και φρούτα που έβρισκε στο δάσος, η Ίλκα έκανε θαύματα! Όλοι αναγνώριζαν το ταλέντο της και της πρότειναν να πάει στην Πρωτεύουσα και να ανοίξει έναν φούρνο ή ένα ζαχαροπλαστείο εκεί, και παρόλο που και η ίδια το ήθελε πολύ και το ονειρευόταν νύχτα μέρα, δεν μπορούσε να αφήσει μόνο του τον πολυαγαπημένο της πατέρα.
Ξαφνικά όμως ο πατέρας της Ίλκα αρρώστησε βαριά και δεν μπορούσε πια να δουλεύει. Κι επειδή έπρεπε να είναι πάντα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και χρειαζόταν περιποίηση και φροντίδα, η Ίλκα αναγκάστηκε να κλείσει τον φούρνο, για να μπορεί να είναι συνέχεια μαζί του και να τον προσέχει. Στην αρχή, οι συγχωριανοί της την βοήθησαν πολύ, αφού έφερναν φαγητό για εκείνη και τον πατέρα της και της έκαναν καλύτερη τιμή στα προϊόντα που αγόραζε. Πολλές φορές, της ζητούσαν να τους φτιάξει ένα από τα νόστιμα κέικ της και έκαναν υπομονή όταν εκείνη καθυστερούσε λίγο εξαιτίας του άρρωστου πατέρα της. Όμως σύντομα η βοήθεια από τους γείτονες σταμάτησε, γιατί οι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα, κι έτσι η Ίλκα δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να τα βγάλει πέρα. Μετά από λίγο καιρό μάλιστα, άνοιξε ένας καινούριος φούρνος στο χωριουδάκι, που τον είχε ένας μεγάλος άρχοντας από την Πρωτεύουσα, και άνοιγε καταστήματα σε όλη την Επικράτεια. Ο φούρνος αυτός είχε τόσο όμορφη βιτρίνα και τόσο μεγάλη ποικιλία, που αμέσως τράβηξε το ενδιαφέρον των κατοίκων του χωριού. Κι έτσι η Ίλκα απελπίστηκε, γιατί σκέφτηκε ότι ακόμη κι αν ο πατέρας της γινόταν καλά και ξανάνοιγαν τον φούρνο τους, δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί το νέο αυτό εντυπωσιακό μαγαζί.



Μια μέρα ο πατέρας της Ίλκα ανέβασε τόσο πολύ πυρετό, που είχε κοκκινίσει ολόκληρος και παραμιλούσε συνεχώς. Η Ίλκα ανησύχησε πολύ, και δεν είχε καθόλου χρήματα για να αγοράσει κάποιο φάρμακο, αλλά σκέφτηκε ότι ίσως να έπειθε τον φαρμακοποιό του χωριού να της δώσει ένα ματζούνι για τον πυρετό, αν εκείνη του έφτιαχνε ένα από τα νόστιμα κέικ της για να του ανταποδώσει τη χάρη. Έτσι κι έκανε, έφτιαξε ένα νόστιμο κέικ με φρούτα που είχε μαζέψει από το δάσος και πήγε κατευθείαν στο φαρμακείο:
«Γεια σας» είπε, «Σας παρακαλώ, ο πατερούλης μου είναι πολύ άρρωστος και έχει ανεβάσει πυρετό, μπορείτε να μου δώσετε ένα φάρμακο; Κι εγώ για αντάλλαγμα σας έφερα ένα νόστιμο κέικ που μόλις έφτιαξα.»
«Δεν γίνεται μικρούλα μου» της απάντησε ο φαρμακοποιός, «Σου 'χω ήδη δώσει πολλά βερεσέ. Κι επίσης, τα κέικ σου είναι πια, πώς να το πω…βαρετά, ξεπερασμένα! Ο καινούριος φούρνος, φτιάχνει τόσο διαφορετικά κέικ, με εξωτικά φρούτα και μυρωδικά. Ας πούμε έφαγα χθες ένα γλυκό με ανανά. Ξέρεις τι είναι ο ανανάς Ίλκα;»
«Όχι, δεν ξέρω, τι είναι;»
«Είναι ένα φρούτο από μια χώρα μακρινή, και είναι εξαιρετικό, εξαιρετικό! Γι ‘ αυτό και ο καινούριος φούρνος θα κερδίσει στο διαγωνισμό!»
«Σε ποιο διαγωνισμό;» ρώτησε με απορία η Ίλκα.
«Μα δεν άκουσες τον τελάλη; Ο Βασιλιάς διοργανώνει προς τιμήν της κόρης του, που της αρέσουν πολύ τα κέικ, διαγωνισμό για το καλύτερο κέικ! Όποιος φτιάξει το κέικ που θα αρέσει πιο πολύ στην πριγκίπισσα, θα εργάζεται στο παλάτι για τη βασιλική οικογένεια!» είπε ο φαρμακοποιός.
«Μμμμμ…Θα μπορούσα να λάβω κι εγώ μέρος στον διαγωνισμό», είπε η Ίλκα.
«Καλύτερα όχι Ίλκα», είπε απότομα ο φαρμακοποιός. «Στο λέω γιατί θα απογοητευτείς. Η πριγκίπισσα είναι συνηθισμένη σε περίεργες γεύσεις, και σε υλικά που δεν υπάρχουν εδώ στο δάσος, και που δεν μπορείς να τα αγοράσεις γιατί είναι πολύ ακριβά. Άσε που θα συμμετάσχουν οι καλύτεροι ζαχαροπλάστες στην επικράτεια. Τι είσαι εσύ μπροστά τους; Όσο για το φάρμακο, δεν μπορώ να σου δώσω. Πήγαινε αν θέλεις στο δάσος και βρες μερικά φύλλα ιτιάς, που αν τα βράσεις θα ρίξουν κάπως τον πυρετό του πατέρα σου».
           Κι έτσι η Ίλκα έτρεξε απογοητευμένη στο δάσος, μήπως και καταφέρει και βρει φύλλα ιτιάς για να τα βράσει και να κάνει καλά τον πατερούλη της. Κι όσο περπατούσε ψάχνοντας, σκεφτόταν τα λόγια του φαρμακοποιού. «Άσε που θα συμμετάσχουν οι καλύτεροι ζαχαροπλάστες στην επικράτεια. Τι είσαι εσύ μπροστά τους;». «Μα πώς μπορεί να το λέει αυτό;» συλλογίστηκε η Ίλκα. «Αυτός δεν ήταν που πριν από μερικούς μήνες ξερογλειφόταν με τα κέικ μου και μου έλεγε ότι είναι τα πιο νόστιμα σ’ όλη τη χώρα κι ότι πρέπει να πάω στην Πρωτεύουσα και να ανοίξω και εκεί φούρνο; Πώς αλλάζουν γνώμη οι άνθρωποι τόσο εύκολα;»
          Κι ενώ η Ίλκα σκεφτόταν τα πικρά λόγια του φαρμακοποιού, πέρασε η ώρα και άρχισε να βραδιάζει, κι έτσι κάθισε κουρασμένη μπροστά από ένα μεγάλο δέντρο κι άρχισε να κλαίει. Και τότε ξαφνικά άκουσε μια περίεργη και συρτή φωνή να της μιλάει!
«Γιατί κλαις μικρούλα;»
«Μα ποιος είναι;, ποιος μου μιλάει;» ρώτησε σκουπίζοντας τα δάκρυά της η Ίλκα.
«Εγώ είμαι..Το δάσος».
«Α και πώς μιλάς; Είναι δυνατόν;» ρώτησε η Ίλκα με περιέργεια.
«Βέβαια και είναι δυνατόν. Αφού είμαι κι εγώ ζωντανός οργανισμός. Φυσικά και μιλάω, απλά μιλάω μόνο στους καλούς ανθρώπους. Κι όχι σ’ αυτούς που καίνε και κόβουν τα δέντρα. Κι εσύ είσαι καλό κορίτσι. Το καταλαβαίνω. Λοιπόν, γιατί κλαις;»
«Κλαίω γιατί ο πατερούλης μου είναι άρρωστος, και δεν έχω λεφτά για να του πάρω φάρμακα και να τον κάνω καλά. Κι επίσης κλαίω γιατί θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω κι εγώ στον διαγωνισμό που κάνει ο Βασιλιάς για το καλύτερο κέικ. Αλλά δεν έχω καμία ελπίδα, γιατί στην πριγκίπισσα αρέσουν τα περίεργα υλικά που δεν υπάρχουν στο δάσος, κι εγώ δεν έχω λεφτά να τα αγοράσω», είπε κλαίγοντας πάλι η Ίλκα.


«Χμμ…» απάντησε το δάσος. «Για τον πατέρα σου μην ανησυχείς. Θα σου δώσω εγώ τα φύλλα ενός σπάνιου δέντρου που είναι θαυματουργά, θα τα βράσεις και θα γίνει αμέσως καλά. Για τον διαγωνισμό όμως, αν υποθέσουμε ότι βρίσκεις αυτά τα περίεργα εξωτικά υλικά, θα μπορούσες να φτιάξεις το πιο νόστιμο κέικ; Έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στις ικανότητές σου;»
Η Ίλκα σκέφτηκε για δυο λεπτά τα απογοητευτικά λόγια του φαρμακοτρίφτη. Αλλά μετά σκέφτηκε ότι δεν μπορούσε να αφήνει τους άλλους να της λένε τι μπορεί να κάνει και τι όχι. Κι έτσι η Ίλκα απάντησε στο δάσος με βεβαιότητα πια: «Ναι. Είμαι σίγουρη ότι με τα κατάλληλα υλικά μπορώ να φτιάξω το πιο νόστιμο κέικ και να κερδίσω τον διαγωνισμό!!!».
«Ωραία μικρούλα μου. Πάρε αυτά τα φύλλα και αφού τα βράσεις δώσε το ζουμί τους στον πατέρα σου, και θα δεις ότι θα γίνει αμέσως καλά. Όσο για τα υλικά που θα χρειαστείς για το κέικ σου, θα πρέπει να βρεις τη γιγάντισσα Κόμπελ. Ζει στην  κορυφή του βουνού Ζαστ σ’ ένα παγωμένο κάστρο. Θα δεχτεί να σε βοηθήσει, αν τη βοηθήσεις κι εσύ. Καλή τύχη μικρούλα μου».
 «Σ’ ευχαριστώ πολύ, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ!», είπε με αγάπη η Ίλκα και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς το χιονισμένο βουνό.
       Η Ίλκα περπάτησε πολλές ώρες πάνω στο παχύ λευκό χιόνι, μέχρι που ξαφνικά αντίκρισε μπροστά της ένα πελώριο και μεγαλόπρεπο κάστρο, φτιαγμένο από πάγο. «Τι όμορφο που ήταν! Αλλά και πόσο κρύο ταυτόχρονα! Άραγε δεν κρύωνε εκεί μέσα η γιγάτισσα Κόμπελ;», σκέφτηκε. Η Ίλκα προχώρησε στην πύλη και χτύπησε διστακτικά την πόρτα. Τότε δύο μεγάλες αρκούδες της άνοιξαν την πόρτα και τη ρώτησαν απότομα τι ζητάει. Η Ίλκα τους είπε ότι ψάχνει τη γιγάντισσα Κόμπελ για να τη βοηθήσει να φτιάξει ένα νόστιμο κέικ. Μεμιάς οι δύο αρκούδες θυμωμένες, την έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια, λέγοντάς της: «Ώστε έτσι ε; Τώρα θα δεις παλιοκόριτσο τι θα πάθεις, που θες να κάνεις κακό στην καλή μας τη γιγάντισσα!!!». Και την οδήγησαν γρήγορα μέσα στο κάστρο, στην αίθουσα της Βασίλισσάς τους, της γιγάντισσας.



«Λοιπόν, ποια είσαι και τι θέλεις από εμένα;», ακούστηκε μια βαθιά γυναικεία φωνή μέσα στην τεράστια σάλα. Η Ίλκα σήκωσε τα μάτια της για να δει ποια της μιλούσε και τότε αντίκρισε το πιο περίεργο θέαμα που είχε ποτέ της ξαναδεί! Μπροστά της στεκόταν μια πανύψηλη, πελώρια γυναίκα, μια πραγματική γιγάντισσα, όπως αυτές που άκουγε στις ιστορίες του πατέρα της. Το σώμα της ήταν πολύ διαφορετικό από το δικό της, καταρχήν γιατί ήταν κατάμαυρη. Αλλά δεν ήταν μόνο το χρώμα. Το δέρμα της γυάλιζε σαν κερί, δεν είχε καθόλου τρίχες και άφηνε μια όμορφη μυρωδιά αν σε πλησίαζε. Ήταν ολόκληρη φτιαγμένη από σοκολάτα! Φορούσε ένα πολύχρωμο φόρεμα, διακοσμημένο με διάφορα περίεργα σχέδια και σχήματα και… δύο περίεργα πορτοκαλί στρογγυλά σκουλαρίκια, που έμοιζαν με φρούτα. Πόσο διαφορετική ήταν!
«Απάντησέ μου! Ήρθες κι εσύ να με σκοτώσεις; Όπως τόσοι και τόσοι άλλοι άνθρωποι», φώναξε αναστατωμένη η γιγάντισσα.
«Μα… όχι!» είπε διστακτικά η Ίλκα. «Γιατί να θέλω να σε σκοτώσω;»
«Για να χρησιμοποιήσεις τη σοκολάτα από την οποία είμαι φτιαγμένη!» είπε θυμωμένη η γιγάντισσα. «Έτσι έχασα και τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου. Πρώτα μας γκρέμισαν το παγωμένο μας σπίτι, για να λιώσουμε από τον ήλιο, στην μακρινή ηλιόλουστη χώρα που κατοικούσαμε αγαπημένοι. Αλλά μετά κατάλαβαν ότι αν λιώσουμε δεν έχουμε μεγάλη αξία. Κι έτσι, μας φυλάκισαν κι άρχισαν να μας κόβουν κομματάκια για να μας χρησιμοποιούνε στα γλυκά τους. Εγώ κατάφερα να αποδράσω, κι ήρθα όσο πιο βόρεια μπορούσα, για να προστατευτώ. Φοβάμαι όμως ότι οι άνθρωποι θα με ανακαλύψουν κι εδώ, και θα με φυλακίσουν ξανά. Κι αφού εμφανίστηκες εδώ, μάλλον δεν θα αργήσει να έρθει το τέλος μου», είπε η γιγάντισσα Κόμπελ, σκύβοντας απογοητευμένη το κεφάλι της.
«Όχι γιγάντισσά μου!» είπε η Ίλκα. «Κανείς δεν γνωρίζει ότι είμαι εδώ, κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλύψω ότι βρίσκεσαι εδώ. Μπορώ μάλιστα γυρνώντας να πω ότι το δάσος είναι μαγεμένο, για να μην πλησιάσει κανένας κοντά σου. Ξέρω πως είναι να είσαι φοβισμένη και να νιώθεις αβοήθητη. Ο πατερούλης μου είναι άρρωστος, κι εγώ δεν έχω χρήματα για να του πάρω φάρμακα, γιατί έκλεισα τον φούρνο για να είμαι πλάι του συνέχεια. Κι ακόμα, θέλω να συμμετάσχω κι εγώ στον διαγωνισμό που κάνει ο Βασιλιάς για το καλύτερο κέικ. Όμως, δεν έχω χρήματα για να αγοράσω και να χρησιμοποιήσω ακριβά, εξωτικά υλικά που αρέσουν στην πριγκίπισσα».
«Η αλήθεια είναι ότι είμαι ό,τι πιο εξωτικό και νόστιμο υπάρχει», είπε η γιγάντισσα Κόμπελ.
«Ίσως λοιπόν θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε η μία την άλλη», είπε η Ίλκα.
«Και πως μπορώ να σε βοηθήσω εγώ μικρούλα;» είπε θυμωμένη η γιγάντισσα. «Να σου δώσω το πόδι μου ή το χέρι μου για να φτιάξεις το κέικ σου; Μήπως τελικά είσαι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους;»
«Όχι, όχι!!! Θα μπορούσες να μου δώσεις τα σοκολατένια νύχια σου, που θα ξαναβγούν σύντομα και να κόψεις λίγο τα μαλλιά σου. Εμένα μου αρκεί για να φτιάξω ένα νόστιμο κέικ τόση λίγη σοκολάτα. Για αντάλλαγμα εγώ δεν θα ξαναέρθω ποτέ εδώ και θα φροντίσω να μην έρθει και κανένας άλλος! Θα σε προστατεύω για πάντα! Τι λες;»
«Μμμμ.. Αυτή είναι μια πολύ λογική πρόταση. Κανένας άλλος άνθρωπος δεν την είχε σκεφτεί τόσο καιρό. Γιατί οι άνθρωποι είναι πλεονέκτες και εγωιστές και νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους. Εσύ όμως είσαι διαφορετική. Εσύ ενδιαφέρεσαι για τα άλλα πλάσματα της φύσης. Γι΄ αυτό κι εγώ εκτός από τα σοκολατένια νύχια μου θα σου δώσω και τα σκουλαρίκια μου, που είναι στην πραγματικότητα δύο υπέροχα φρούτα που λέγονται πορτοκάλια και τα έφερα από την ηλιόλουστη πατρίδα μου. Είναι γλυκά και αρωματικά και μαζί με τη σοκολάτα, θα κερδίσεις σίγουρα τον διαγωνισμό. Κι έτσι θα μπορέσεις να κάνεις το όνειρό σου πραγματικότητα».



        Έτσι κι έγινε. Η Ίλκα χρησιμοποιώντας τα δύο αυτά πορτοκαλοσκουλαρίκια της γιγάντισσας και τα σοκολατένια νύχια και τα σοκολατένια μαλλιά της, έφτιαξε το πιο λαχταριστό κέικ που άφησε άφωνη την πριγκίπισσα! Έτσι κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό και μετακόμισε με τον πατέρα της που έγινε καλά από το βοτάνι που της χάρισε το μαγικό δάσος, στην Πρωτεύουσα, αφού έγινε η προσωπική ζαχαροπλάστισσα του παλατιού. Η Ίλκα και η σοκολατένια γιγάντισσα Κόμπελ έμειναν για πάντα φίλες, βοηθώντας πάντα η μία την άλλη. Η Ίλκα, έπεισε την πριγκίπισσα να απαγορεύσει την είσοδο των ανθρώπων στο δάσος γιατί ήταν δήθεν μαγεμένο και επικίνδυνο, ώστε το δάσος και η φίλη της να ζουν ανενόχλητοι μακριά από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να τους βλάψουν. Και η γιγάντισσα Κόμπελ έστελνε στην Ίλκα τα σοκολατένια νύχια και τα σοκολατένια μαλλιά της κάθε φορά που τα έκοβε, για να τα χρησιμοποιεί στα πεντανόστιμα γλυκά που έφτιαχνε. Κι έζησαν αυτές καλά, κι εμείς καλύτερα.

Σημείωση: Το τρίτο πραγματικά υπέροχο σκίτσο της Ίλκα στο δάσος το σχεδίασε η πολυτάλαντη φίλη μου Ιφιλένια, την οποία και ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ για την αμέριστη συμπαράσταση και βοήθεια στο νέο μου αυτό εγχείρημα! Ιφιλενάκι μου γλυκό, δεν θα τη γλιτώσεις όμως μόνο με ένα....

Δείτε και τη συνταγή: Κέικ με πορτοκάλι και ολίγη σοκολάτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου